Σύμφωνα με τη μελέτη που πραγματοποίησαν ο Τζόναθαν Λοχ της Ζωολογικής Εταιρείας του Λονδίνου και ο Ντέιβιντ Άρμον του George Wright Society, η γλωσσική πολυμορφία μειώνεται τόσο γρήγορα όσο και η βιοποικιλότητα –περίπου 30% από το 1970, λένε. Κι ενώ περίπου το 21% όλων των θηλαστικών, το 13% των πτηνών, το 15% των ερπετών και το 30% των αμφιβίων απειλούνται, περίπου 400 γλώσσες πιστεύεται ότι έχουν εξαφανιστεί στο ίδιο χρονικό διάστημα.

Οι οικολόγοι φοβούνται ότι η απώλεια των ειδών, που οφείλεται σε ανθρώπινες δραστηριότητες, επιταχύνεται. Και οι γλωσσολόγοι λένε ότι ο πλούτος των ανθρώπινων γλωσσών του κόσμου διασφαλίζεται σήμερα από πολύ λίγους αυτόχθονες πληθυσμούς, οι περισσότεροι από τους οποίους ζουν επισφαλώς στις αναπτυσσόμενες χώρες. Από τις 7.000 γλώσσες που μιλιούνται σε ολόκληρο τον κόσμο, οι μισές έχουν πλέον λιγότερους από 10.000 ομιλητές, και από αυτές, 3.500 γλώσσες μιλιούνται μόνο από το 0,1% του παγκόσμιου πληθυσμού –που ισοδυναμεί με μια πόλη περίπου με το μέγεθος του Λονδίνου. Αυτά τα οκτώ εκατομμύρια άνθρωποι είναι πλέον υπεύθυνοι για να διατηρήσουν τον πλούτο της ανθρώπινης πολιτιστικής ιστορίας ζωντανό, αναφέρει η μελέτη.

Λόγω της αποικιοκρατίας, της παγκοσμιοποίησης και της παγκόσμιας μετακίνησης στις πόλεις τα τελευταία 30 χρόνια, μια χούφτα παγκόσμιων γλωσσών κυριαρχεί όλο και περισσότερο: το 95% του παγκόσμιου πληθυσμού μιλά μία από τις μόλις 400 γλώσσες, η καθεμία μιλιέται από εκατομμύρια ανθρώπων και το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού μιλά μία από μόλις οκτώ γλώσσες: μανδαρίνικα, ισπανικά, αγγλικά, ινδικά, πορτογαλικά, μπενγκάλι, ρωσικά και ιαπωνικά.

Οι Λοχ και Άρμον υποστηρίζουν ότι, αν θέλουμε να σώσουμε τη φύση, μπορεί να είναι ζωτικής σημασίας η διατήρηση των πολιτισμών. «Το τεράστιο απόθεμα γνώσης που έχει εξελιχθεί και συσσωρευτεί για περισσότερο από δεκάδες χιλιάδες χρόνια θα μπορούσε να χαθεί μέσα στα επόμενα 100 χρόνια», λέει ο Άρμον. «Καθώς χάνουμε σπάνιες αυτόχθονες γλώσσες, χάνουμε τους πολιτισμούς και όλες τις γνώσεις που περιέχουν. Η γνώση των αυτοχθόνων πληθυσμών είναι πρωτοφανής. Οι οικολόγοι θα πρέπει να τη χρησιμοποιήσουν», λέει ο Λοχ.

Σε ό,τι αφορά τη βιοποικιλότητα, τα ποσοστά ταχύτερης μείωσης σημειώθηκαν στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, της Λατινικής Αμερικής και της Υποσαχάριας Αφρικής. «Τα είδη των πληθυσμών στη Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη και τη βόρεια Ασία ήταν πιο σταθερά. Η βιοποικιλότητα έχει μειωθεί πιο γρήγορα σε τροπικές περιοχές, αλλά παρέμεινε σταθερή στις εύκρατες περιοχές. Ωστόσο, η γλωσσική πολυμορφία έχει μειωθεί ραγδαία στον νέο κόσμο (Αμερική), αλλά πιο αργά στον παλιό κόσμο», λέει ο Άρμον.

Οι γλώσσες συνήθως δεν εξαφανίζονται επειδή ένα ολόκληρος πληθυσμός που τις μιλάει πεθαίνει, αλλά επειδή οι ομιλητές μιας μειονότητας, συνήθως ιθαγενών, στρέφονται προς μια πιο κυρίαρχη γλώσσα και, συνήθως μέσα σε λίγες γενιές, χάνουν τη μητρική τους.

Η μετανάστευση, η αστικοποίηση και οι εθνικές πολιτικές ενοποίησης υπήρξαν οι κύριοι οδηγοί της συρρίκνωσης των γλωσσών στην Αφρική, την Ασία και την Ευρώπη. Στην Αμερική και την Αυστραλία, ο κύριος οδηγός ήταν επίσης η μετανάστευση, αλλά όπου οι μετανάστες, κυρίως Ευρωπαίοι, ξεπερνούν κατά πολύ τους αυτόχθονες πληθυσμούς. [475]

Τάσος Σαραντής, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 19/6/2014 (Διασκευασμένο κείμενο).

http://www.efsyn.gr/?p=207811