Υπάρχει σχέση μεταξύ τρομοκρατικής δράσης και πολιτικού πατερναλισμού; Η όλη ιδέα μοιάζει αντιφατική εξ αρχής: πώς είναι δυνατόν να συμβιβάζεται μια ανατρεπτική δραστηριότητα κατά της κατεστημένης εξουσίας με μια πολιτική προστατευτικής κηδεμόνευσης των κυβερνωμένων από τους κυβερνώντες; Ας μην ξεχνάμε όμως ότι η τρομοκρατία ως πολιτική έννοια γεννιέται από την πρώτη κρατική εξουσία που θέτει στον εαυτό της παγκόσμια σωτηριολογική αποστολή: τη Γαλλική Επανάσταση. Όπως έγραφε ο Ροβεσπιέρος το 1794, η πολιτική της μαζικής τρομοκρατίας κατά των εχθρών της επανάστασης συνυφαίνεται με την πολιτική αρετή των υποστηρικτών της.

Αυτό σημαίνει ότι ο επαναστάτης που καταφεύγει στη μαζική βία έχει μια βασική προκείμενη ως αφετηρία: ότι η εξουσία που εγκαθιδρύει είναι νόμιμη και ότι η νομιμότητά της απορρέει όχι από την άκριτη αποδοχή μιας αρχής που δίδεται άνωθεν, αλλά από τη λογική αναγνώριση μιας ιδέας με παγκόσμια ισχύ. Στη συνέχεια όμως αυτή η νέα εξουσία λειτουργεί εξίσου πατερναλιστικά με την παραδοσιακή εξουσία που ανέτρεψε.

Ο λόγος γι’ αυτό βρίσκεται στο γεγονός ότι η επαναστατική εξουσία κηδεμονεύει την κοινωνία, καταργώντας την ελευθερία και τον διάλογο. Με μια έννοια, η νέα επαναστατική εξουσία γίνεται από το 1792 και ύστερα πιο πατερναλιστική από εκείνη της συντηρητικής προκατόχου της, διότι δεν έχει ανοχή για τους ιδεολογικούς της αντιπάλους. Το «ξένο σώμα» αντιμετωπίζεται ως αναγκαία εχθρικό, πράγμα που δεν συνέβαινε στο παλιό καθεστώς παρά σπανιότατα, όταν κατά καιρούς οι μονάρχες, επηρεασμένοι από θεοκρατικές αντιλήψεις, κατεδίωξαν «αιρετικούς» ως δυνάμει προδότες του απολυταρχικού κράτους.

Το επαναστατικό καθεστώς εγκαθίσταται στο όνομα της ελευθερίας, όμως οι φορείς του δεν παίρνουν σοβαρά το νόημα της τελευταίας. Γι’ αυτό και το καθεστώς που εγκαθιστούν δεν είναι πραγματικά δημοκρατικό. Αντιλαμβάνεται την αποστολή του το ίδιο πατερναλιστικά με τον προκάτοχό του. Ο καθένας τους προσπαθεί να επιβάλει μια τάξη πραγμάτων που θα τοποθετήσει το κοινωνικό σύνολο στον «ορθό δρόμο». Δεν εμπιστεύεται τους ελεύθερους ατομικούς φορείς στον καθορισμό των δικών τους σκοπών ή στην επιλογή των δικών τους πολιτικών αρχών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων. Και συχνά παρατηρούνται συγκλίσεις, ακόμη και συνεργασίες, ανάμεσα σε αντίθετα ιδεολογικά στρατόπεδα, που έχουν όμως ως κοινό παρονομαστή την απέχθεια για τη δημοκρατία και τις ατομικές ελευθερίες.

Το τελευταίο δεν συμβαίνει επειδή «τα άκρα προσελκύονται αμοιβαίως», κατά μια αβασάνιστα μεταφυσική «εξήγηση» του φαινομένου. Συμβαίνει για έναν πολύ πιο χειροπιαστό λόγο, και αυτός είναι η κοινή απέχθεια προς τη δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα. Στο βάθος, οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι ακραίοι. Είναι κανονικοί και συνεπείς εχθροί της ελευθερίας και των κοινωνικών, των θεσμικών και των πολιτισμικών συνθηκών που την εξασφαλίζουν. Οι συνθήκες αυτές είναι ασύμβατες με οποιοδήποτε πατερναλισμό. Διαφέρουν μεταξύ τους ριζικά, τόσο στην ιδεολογία όσο και στις προγραμματικές τους αρχές, τα κατά τόπους ανελεύθερα καθεστώτα και κινήματα. Έχουν όμως ένα κοινό σημείο αναφοράς και αυτό είναι η διάθεση να επιβάλουν μία και μοναδική φόρμουλα στο σύνολο, εκπληρώνοντας, όπως νομίζουν, την «πραγματική» του βούληση, σώζοντάς το από τον ίδιο του τον εαυτό. [470]

Δημήτρης Δημητράκος, ΤΟ ΒΗΜΑ , 16/3/2003, Κωδικός άρθρου: B13814B711 (Διασκευασμένο κείμενο).