Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ξεκινάτε με τις καλύτερες προθέσεις για την κινηματογραφική σας έξοδο. Επιλέγετε την ταινία και το σινεμά της αρεσκείας σας και βουλιάζετε στο κάθισμά σας με διάθεση μυστική και απροσδιόριστη. H διπλανή παρέα φαίνεται μάλλον ανήσυχη και με τάση να κοινοποιεί δημοσίως τις απόψεις της. Ή, ακόμα χειρότερα: δεν αντιλαμβάνεται καν ότι το να σχολιάζει δυνατά σκηνές ή διαλόγους μπορεί να είναι από δυσάρεστο έως και αφόρητο για τους υπολοίπους. Στην ταινία «Γάμο αλά ελληνικά», για παράδειγμα, οι ήρωές τους θύμιζαν προσφιλή πρόσωπα, του ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντός τους και ζητούσαν από μια ολόκληρη αίθουσα να συμμεριστεί τον απελπιστικά άγνωστο «δικό τους» κόσμο. Στην ταινία «Σιμόν», στη σκηνή της συναυλίας, όρθια η διπλανή συντροφιά των αγοριών φώναζε και λικνιζόταν, απολαμβάνοντας ένα ιδιότυπο virtual reality.

Δύσκολη η ιδιότητα του θεατή. Απαιτεί πολύπλευρες ικανότητες (κατανόησης, εκτίμησης), υπευθυνότητα, ψυχραιμία, υπομονή, συγκέντρωση, επιθυμία για επικοινωνία. Αντιθέτως η ιδιότητα του τηλεθεατή, είναι, μάλλον, απλούστερη, πιο ξεκούραστη, λιγότερο απαιτητική. Ή μήπως η διαφορά λειαίνεται με το χρόνο και έχει σχεδόν εξουδετερωθεί; Το καθιστικό με την άνεση του καναπέ και το ακατάσχετο, μεγαλόφωνο σχόλιο, μεταφέρεται με ολοένα μεγαλύτερη ευκολία στην αίθουσα του κινηματογράφου. H διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον θεατή και στον τηλεθεατή γίνεται σχεδόν αδιόρατη. H τηλεόραση δεν είναι μυθιστόρημα, δεν είναι ταινία, δεν είναι, καν, ψυχαγωγία που ενεργοποιεί τη φαντασία. Δεν συμμερίζεσαι τα συναισθήματα των άλλων κάνοντας ζάπινγκ στα κανάλια. Η εμπειρία της τηλε-παρακολούθησης δεν ομαδοποιείται, δεν μεταμορφώνει, σπάνια αφυπνίζει, ακόμη σπανιότερα διαφωτίζει. Στο καθιστικό είσαι ο απόλυτος άρχων. Το επίκεντρο της προσοχής και του ενδιαφέροντος. Στην αίθουσα, πρωταγωνιστής είναι το κοινό. Ανώνυμο, απρόσωπο, άσημο.

Ποιος αντέχει, πλέον, το βάρος της απόστασης ανάμεσα στην οθόνη και στην σκοτεινή αίθουσα; Τα πολυπληθή ριάλιτι, που «εξελίσσουν» τον ναρκισσισμό σε έμμονη ιδέα, δικαιώνουν την επιθετικότητα, ανάγουν την επιδειξιομανία σε αρετή, οδηγούν στην εξάλειψη της ιδιωτικότητας, αποστρέφονται τον ασκητισμό, στρέφουν τους προβολείς στο θορυβώδες και συναισθηματικά κραυγαλέο. Τα επιχειρήματα για μια αθόρυβη παρακολούθηση στην κινηματογραφική αίθουσα καταρρέουν το ένα μετά το άλλο.

H, από τη φύση της, ανάγωγη συμπεριφορά του τηλεθεατή εγκαθίσταται, χωρίς περικοπές, στις πυκνές σειρές των καθισμάτων. Μόλις αρχίζει η προβολή, εκδηλώνεται η τυραννία της ανεξέλεγκτης οικειότητας. Τρώμε, σχολιάζουμε, χειρονομούμε, αποτινάσσουμε φραγμούς, συνήθειες, κώδικες καλής συμπεριφοράς, ως βάρη περιττά και, ούτως ή άλλως, αποδυναμωμένα. H πολυπληθής κοινότητα των τηλεθεατών εξουσιάζει την διαρκώς συρρικνούμενη κοινωνία των θεατών. Μεγαλύτερη διαστροφή θεωρείται τώρα πια η απροσωπία. Οφείλεις να μιλάς, να «συστήνεσαι» στον διπλανό σου ποικιλοτρόπως, να δημοσιοποιείς τα ραντεβού σου από το κινητό («έλα ρε, βλέπω ταινία. Θα τα πούμε σε μια ώρα!»), να διαφωνείς, να κρίνεις, να εκδηλώνεσαι «αυθορμήτως» και κυρίως μεγαλοφώνως.

Ο πολιτισμός της μη όχλησης βρίσκεται σε λήθαργο. Το γούστο του άλλου μετατρέπεται σε κοινωνική εμπειρία στην οποία είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να συμμετάσχουμε. O θεατής χρωματίζεται με τη μομφή της εκκεντρικότητας. O τηλεθεατής καλπάζει ανενόχλητος. [459]

Μαρία Κατσουνάκη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1/10/2002 (Διασκευασμένο κείμενο).

http://www.kathimerini.gr/689382/opinion/epikairothta/arxeio-monimes-sthles/thle8eaths–8eaths-shmeiwsate-1